Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Όσο και αν είμαι μακριά σου,άλλο τόσο θα σ'αγαπώ.


"Έμπλεξες" έλεγαν όλοι. Κανένας δεν πίστευε πως θα κρατήσει.

Αλλά είμαστε και εμείς. Εμείς που ξέρουμε γιατί παλεύουμε. Εμείς που δεν μπορούμε να βγούμε από το δωμάτιο σε κάθε καυγά, παρά να σιωπήσουμε στο τηλέφωνο. Είμαστε εμείς που όταν κλαίμε δεν έχουμε μια αγκαλιά. Όχι οποιαδήποτε.  Μόνο εκείνη που κολλάμε. Εμείς που τα δάκρυα μας κυλάνε πάνω σε αρκούδους ανθρωπίνων διαστάσεων οι οποίοι σταθερά και ανελλιπώς ακούν τα προβλήματα μας.
Είμαστε εμείς που βάλαμε το σώμα μας σε δεύτερη μοίρα . Εμείς που δεν αναλωνόμαστε στα ψώνια αλλά οι μισθοί μας γίνονται αυτομάτως εισητήρια με ένα "Μου λείπεις."
Εμείς που οι φίλοι μας γκρινιάζουν για τις περιόδους οικονομίας μας και για τις νύχτες που περνάμε στο Skype αντί να βγούμε.
Εμείς που αντί να διαβάσουμε μήπως περάσουμε πουθενά, μήπως βγει κανένα πτυχίο, γράφουμε γιατί αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε σε κάποιον θα ακούσουμε τα ίδια αποκαρδιωτικά σχόλια.

Αλλά είμαστε και εμείς. Εμείς που σε αεροδρόμια ,τρένα και λεωφορεία δίνουμε τα πιο αληθινά φιλιά. Εμείς που κάθε τελευταία φορά δίνουμε μεγάλες υποσχέσεις. Εμείς, οι άνθρωποι του "θα σε δω σύντομα". Εμείς που μάθαμε να αγαπάμε όχι με τα χέρια αλλά με την καρδιά και την σκέψη. Οι άνθρωποι του όλα ή τίποτα.

Εμείς που ποτέ δεν θυσιάσαμε τον άνθρωπό μας για μερικά χιλιόμετρα.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Με άρωμα γαρύφαλλο και λίγη ανατολή

Μην είσαι ποτέ το ρεφρέν στο τραγούδι κάποιου άλλου.
Γιατί, μπορεί να έρχεσαι συνέχεια στη ζωή του
αλλά θέλει πολύ κουράγιο για να υπομένεις να το παρακολουθείς να αλλάζει στροφές,
μέχρι να έρθει ξανά η σειρά σου.

Φτιάξε το δικό σου τραγούδι· 
ένα τραγούδι με άρωμα γαρύφαλλο και μια ιδέα ανατολής,
ένα τραγούδι που θα σε ταξιδεύει σε φεγγάρια και αγκαλιές που κανείς δεν έχει πάει.
 Πάρε και βάλε και λίγο χρώμα στα τελειώματα για να σε φωτίζει κάθε φορά που σκοτεινιάζει.

Βάλε μέσα ό,τι σου αρέσει
και μην σκας αν για τους άλλους δεν βγάζει νόημα.

Φτιάξε το δικό σου τραγούδι και τραγούδα το ακαπέλλα·
εσύ μόνο έχεις λόγο επάνω του.
Στο δικό σου ρυθμό και στη δική σου ένταση.
Και όταν σκοτεινιάζει θυμίσου αυτό και μόνο:
τραγούδα λίγο πιο δυνατά και ας είσαι μόνος,
μέσα σου βρίσκεται η δύναμη για να διορθώσεις το τραγούδι σου και να το κάνεις όπως εσύ θες.


                                                                  -Άσχημο πράγμα η εξάρτηση από ανθρώπους. 

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Δεν είναι αγάπη αυτό.

Σε νάρκωνε για να πιστεύεις. 
Σου έταζε πουπουλένια στρώματα και στη συνέχεια σε ξάπλωνε σε πυρωμένα κάρβουνα.
Τα μάτια σου έπαιρναν το χρώμα της φωτιάς και δάκρυα έτρεχαν για να αλλοιώσουν τον πόνο.
Προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι όλα γίνονται για το καλό σου. Μάταια. Ούτε ο ίδιος σου ο εαυτός δεν σε πιστεύει πια.

Και εσύ τι κάνεις;
Η ζέστη λιώνει την ψυχή σου και σιγά-σιγά συγκολλάσαι πάνω του, καταστρέφεσαι.
Του δίνεις από ένα κομμάτι του εαυτού σου κάθε μέρα. Εκείνος, σαν λυσσασμένο σκυλί, το αρπάζει απότομα και το κρύβει σε μέρη σκοτεινά. Και όλα αυτά τα κομμάτια συγκροτούν το νέο "εγώ" σου.

Λίγος από τον παλιό σου εαυτό σου έμεινε πια. Κρατάς το κεφάλι σου ψηλά για να μην τρέξουν τα δάκρυά σου. Είσαι μαχήτρια. Φοράς το πιο όμορφο χαμόγελό σου και βγαίνεις έξω. Και όλοι σαν συγχαίρουν για το πόσο χαρούμενοι είστε. Δεν ξέρουν, μην τους παρεξηγείς. 

Δεν είναι αγάπη αυτό.


Αφήσου. Ηρέμησε. Σταμάτα να προσπαθείς. Δεν θα αλλάξει, δεν σ' αγαπάει. Με τα κομμάτια σου έχτισε ένα ισχυρό φρούριο και σε έκλεισε μέσα. Σήκω, πάρε πίσω ότι του έδωσες. Πάρε πίσω τα βράδυα που έκλαιγες στο σκοτάδι. Άναψε το φως. Πάρε πίσω τα κομμάτια σου και ξεκίνα και πάλι το δικό σου παραμύθι. Γίνε η πριγκίπισσα του παραμυθιού, που πριν κοιμηθείς σου διάβαζε η μαμά σου. Βγες έξω και αγάπησε, δεν είναι όλος ο κόσμος κακός, κάποιοι αγαπούν ακόμη. 

Ζήσε, χαμογέλα, ανέπνευσε, άνοιξε τα φτερά σου. Πάρε πίσω τα κομμάτια σου και δημιούργησε τον δικό σου εαυτό, αυτόν που πραγματικά θέλεις.


Διεκδίκησε, ελευθερώσου.



Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Αξίζει;



Περνάει ο καιρός. Δεν είσαι εδώ όμως σε χρειάζομαι τόσο πολύ. Απλωσέ μου το χέρι σου. Το κρατώ σφιχτά και η ενέργεια σου κάνει το σώμα μου να τρέμει.

Μην με ρωτάς αν αξίζει. Μην με ρωτάς αν πονάω. Δεν πονάω,είμαι καλά.  Η όψη των ματιών σου μου δίνει δύναμη να ελπίζω. Ισως να μην είσαι εδώ. Και ίσως να μην είσαι για πολύ καιρό.


 Αλλά μην ρωτάς αν αξίζει.  Μην με ρωτάς αν στεναχωριέμαι στην απουσία της αγκαλιάς σου. Μου λείπεις εσύ και όλα χάνουν το νόημά τους, ο ουρανός δεν λάμπει όταν το μυαλό κυριεύεται από τέτοιες σκέψεις. Αλλά η δική σου σκέψη φωτίζει την ψυχή μου,σαν βεγγαλικά μέσα στη νύχτα.


 Μην με ρωτάς αν αξίζει. Υπάρχεις εσύ και όλα αξίζουν.



 IX.II




Κυριακή 17 Μαΐου 2015

IX.II


Έφτασε το καλοκαίρι...
Και πλέον συνειδητοποιώ πως πέρασαν τρεις εποχές. Δεν είσαι εδώ αλλά κάθε εποχή φρόντιζε να σε φέρνει μαζί της,για να φωτίζει την σκέψη σου μέσα μου,για λιγοστές στιγμές, για μερικά δευτερόλεπτα, και μετά να σε ξαναπαίρνει πίσω. Η φύση συνωμοτεί πάντα ώστε να σε φέρνει, έστω και για λίγο, κοντά μου.

Τον χειμώνα ήρθες με το χιόνι. Μια μικρή χιονονιφάδα που στροβιλιζόταν στον αέρα. Άνοιξα το χέρι μου και έκατσες εκεί. Ξαφνικά δεν κρύωνα. Θα ορκιζόμουν ότι αισθάνθηκα όπως τότε που πρώτη φορά μου άγγιξες το χέρι. Μετά χάθηκες.

Την άνοιξη ερχόσουν με τον ήλιο που φώτιζε τα μάτια μου τρυπώνοντας από τα παραθυρόφυλλα κάθε πρωί. Το φως που με γέμιζε ενέργεια, ελπίδα, σαν να με κοιτούσες στα μάτια και να μου φώναζες "Μην με ξεχνάς!"
Εδώ είμαι.

Το καλοκαίρι έρχεσαι με το φεγγάρι που και που. Κάποια βράδια το κοιτάζω και,φωτίζοντας πολύ δυνατά πλέον, μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό σου. Διαγράφεται ξεκάθαρα. Χαμογελώ, γιατί πάλι με κοιτάς χωρίς να μου μιλάς. Γιατί πάντα έτσι μιλούσαμε εμείς, χωρίς πολλά λόγια, με φόβο μην μας ακούσουν και μας πάρουν το νόημα. Γιατί τι να τα κάνεις τα λόγια αν είναι κενά;


Δεν σε ξέχασα. Δεν θα σε ξεχάσω.

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Η Πεταλούδα



Μια μικρή πεταλούδα°
κλεισμένη σε ένα δοχείο.
 Πεταρίζει τα φτερά της,
με την ελπίδα να της δείξουν λίγη συμπόνια,
να την αφήσουν να ζήσει λίγο ακόμη.

Προσπαθεί να φωνάξει°
μα η φωνή της είναι ασήμαντη
στα επιλεκτικά αυτιά αυτών που την κρατάνε.

 Και της παίρνουν σιγά σιγά την ζωή.
Ίσως και χωρίς να το καταλαβαίνουν.
Την βλέπουν να πεταρίζει γρήγορα και διασκεδάζουν°
Δεν γνωρίζουν πως πεθαίνει.

Έτσι είναι και η ανθρώπινη φύση. Η ζωή μας είναι ένα στενό δοχείο.
Τα χέρια της πνίγουν στη θάλασσα της λήθης,
αυτούς που κουράστηκαν°
που παράτησαν τον αγώνα.

Στην μέση της κρατά τα μελλοντικά θύματά της,
αυτούς που σαγήνεψε μια σεληνόφωτη βραδυά,
και τους πήρε μαζί της.

Και, τέλος, με τα πόδια της προσπαθεί να συντρίψει 
αυτούς που ελπίζουν ακόμη°
με την προοπτική,
 κουρελιασμένοι και μίζεροι πια,
να φτάσουν στα χέρια της.

Πολλοί εγκαταλείπουν τον αγώνα
τελικά. 

Τι όμορφα που λάμπει η σελήνη σήμερα...

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Στάχτες



Άνθρωποι. Παράξενα πλάσματα. Δεν αγαπάνε κανέναν. Δεν πιστεύουν σε τίποτα. Κλείνουν τα μάτια τους και στα χέρια τους βρίσκουν πρόσφορο έδαφος δύο επιλογές. Να δημιουργήσουν κόσμους ή να τους γκρεμίσουν ολοσχερώς. Και το λυπηρό,φίλε μου,μοναδικέ μου φίλε,ξέρεις ποιό είναι; Ότι διαλέγουν να τους καταστρέφουν. Μπορούν να δημιουργήσουν παραμύθια αλλά τελικά συνθέτουν εφιάλτες. Κινούν ακατάπαυστα τα δυο τους χέρια δημιουργώντας μια μαύρη δύνη. Και,σαν να μην έφταναν όλα αυτά,ανακαλύπτουν και άλλους τρόπους να επεκτείνουν αυτό που αποκαλούν "δύναμη". Έχουν όπλα φίλε μου,με φοβίζουν!

Αλλά ξέρεις τι με φοβίζει περισσότερο φίλε μου μέσα στη δύνη χαμένε; Ότι όταν ανοίγουν το στόμα τους παραθέτουν μπροστά  μου το μεγαλύτερό τους όπλο. Μαύρες,κενές,χωρίς ουσία αλλά παρ'όλα αυτά άρτια βαλμένες σε τάξη λέξεις,ώστε,όταν εκτοξεύονται, να λαβώνουν τις καρδιές των άλλων ανθρώπων. Χτυπούν κατευθείαν στο κέντρο και έπειτα, εκείνοι, πέφτουν αμαχητί.

Έπειτα,περνούν από πάνω τους να δουν μήπως έμεινε κανένα κύτταρο του παλιού,ζωντανού τους εαυτού. Και αν δουν κάποιο απ'αυτά... Φίλε μου κλείσε τα μάτια σου,και εμείς έτσι είμαστε,το τέλος έρχεται,μην φοβάσαι... Τους κατακλίζει η ζήλια! Η μανία διαπερνά το βλέμμα τους!

Ανοίγουν πυρά. Ο πόνος διαπερνά το δέρμα μου μέσα από την αμυχή που προκάλεσε το βέλος του λόγου τους και της πικρίας το βίωμα και σταδιακά κυριεύει την ψυχή μου. Φοβάμαι.

-Φίλε μ'ακούς;


Στάχτες.